αἰών

αἰών, -ῶνος
Grammatical information: m., also f.
Meaning: `(life)time, long time, eternity' (Il.).
Other forms: αἰέν adv. `always'
Origin: IE [Indo-European] [17] *h₂ei-u-
Etymology: From *αἰϜών, an n-stem, also seen in the old loc. αἰέν; s-stem in αἰῶ and αἰές, αἰεί (q.v.). - On the meaning in general Stadtmüller Saeculum 2, 315ff. - Neuter u-stem Skt. ā́yu, Av. āiiu, gen. yaoš, dat. yauuōi from *h₂oiu, *h₂i-eu-s, *h₂i-eu-ei. Latin has the o-stem aevus \< *h₂ei-u-o-, Gothic an i-stem aiwins (acc. pl.). An old derivation is Lat. iuvenis, Skt. yúvan- `young man' from *h₂iu-Hen- (`having vital strength'). Derived from this word is Lith. jáunas, OCS junъ `young' and Goth. jund `youth' \< *h₂iu-Hn-ti-. - See on οὐ.
Page in Frisk: 1,49

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Αιών —         (aion) (греч.); Aon (нем.) век, вечность, эпоха, жизненный цикл.         см. Эон. Философский энциклопедический словарь. М.: Советская энциклопедия. Гл. редакция: Л. Ф. Ильичёв, П. Н. Федосеев, С. М. Ковалёв, В. Г. Панов. 1983 …   Философская энциклопедия

  • αἰών — aevum masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀίων — ἀΐων , ἀίω 1 perceive pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰῶν' — αἰῶνα , αἰών aevum masc acc sg αἰῶνι , αἰών aevum masc dat sg αἰῶνε , αἰών aevum masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιών — Εφημερίδα με μεγάλη κυκλοφορία και δημοτικότητα που εκδιδόταν στην Αθήνα (1838 88) από τον Ιω. Φιλήμονα και από τον Τιμ. Ιω. Φιλήμονα, τρεις φορές την εβδομάδα. Είχε φιλορωσική πολιτική, γι’ αυτό και γαλλικά ναυτικά αγήματα κατέστρεψαν τα γραφεία …   Dictionary of Greek

  • Αἰῶν — Αἶα fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰῶν — αἰάζω cry fut part act masc voc sg αἰάζω cry fut part act neut nom/voc/acc sg αἰάζω cry fut part act masc nom sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀιών — ἀ̱ιών , ἠιών shore fem nom/voc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εικοστός Αιών — Τίτλος δύο περιοδικών. 1. Εβδομαδιαίο περιοδικό που εκδιδόταν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, κατά την τελευταία δεκαετία του 19ου αι. Ιδρυτής του υπήρξε ο Α. Δρακόπουλος. 2. Μηνιαίο περιοδικό που εκδιδόταν στην Αθήνα. Ιδρυτής και διευθυντής του… …   Dictionary of Greek

  • Νέος Αιών — Τίτλος εφημερίδων και περιοδικών. 1. Αθηναϊκή εφημερίδα που ιδρύθηκε το 1882. 2. Εβδομαδιαία εφημερίδα. Ιδρύθηκε το 1891 με έδρα τη Ζάκυνθο. 3. Ημερήσια εφημερίδα (1900 1908). Ιδρύθηκε από τον Α. Μεταξά με έδρα την Πάτρα. 4. Εβδομαδιαία εφημερίδα …   Dictionary of Greek

  • αἰῶνα — αἰών aevum masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.